διαδεκτήρ

διαδεκ-τήρ, ῆρος, , ([etym.] διαδέχομαι)
A transmitter,

σημείων Aen.Tact. 6.4

, 7.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαδεκτήρ — transmitter masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδεκτῆρας — διαδεκτήρ transmitter masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδεκτήρων — διαδεκτήρ transmitter masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.